αρχι-

αρχι-
первая часть сложных слов, означ.
1) старший, главный; 2) ужасный, большой, отъявленный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αρχι-" в других словарях:

  • αρχι- — (AM ἀρχι ). [ΕΤΥΜΟΛ. Α συνθετικό λέξεων (κυρίως διοικητικών όρων) της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, καθώς επίσης και ξένων, ελληνογενούς ή μη προελεύσεως, τύπων. Το αρχι , το οποίο λίγο μετά την Ομηρική εποχή άρχισε να αντικαθιστά το… …   Dictionary of Greek

  • ἀρχί — ἀρχίς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρχίνου — Ἀρχί̱νου , Ἀρχῖνος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρχίνῳ — Ἀρχί̱νῳ , Ἀρχῖνος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Архитектура — У этого термина существуют и другие значения, см. Архитектура (значения) …   Википедия

  • Architecture — For other uses, see Architecture (disambiguation). Brunelleschi, in the building of the dome of Florence Cathedral, not only transformed the cathedral and the city of Florence, but also the role and status of the architect …   Wikipedia

  • αρχε- — (AM ἀρχε ). [ΕΤΥΜΟΛ. Με τη μορφή αρχε ως α συνθετικό εμφανίζεται ένας μικρός σχετικά αριθμός συνθέτων λέξεων της Ελληνικής, της αρχαίας κυρίως, απ όπου μερικές διατηρήθηκαν και στη νέα Ελληνική, των οποίων το β συνθετικό αρχίζει από σύμφωνο. Το… …   Dictionary of Greek

  • первый — диал., нареч. перво сначала , перва, перва – то же (Даль), укр. первий, др. русск. пьрвъ, ст. слав. прьвъ, прьвыи πρῶτος (Клоц., Супр.), болг. първи, сербохорв. пр̑вӣ, словен. pȓvi, чеш., слвц. prvy, польск. pierwszy, др. польск. pirwo, рiеrwу …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Archbishop — In Christianity, an archbishop is an elevated bishop. In the Roman Catholic Church, the Anglican Communion and others, this means that they lead a diocese of particular importance called an archdiocese, or in the Anglican Communion an… …   Wikipedia

  • Archimandrite — The title Archimandrite (Greek: polytonic|ἀρχιμανδρίτης archimandrites ), primarily used in the Eastern Orthodox Church and the Eastern Catholic Churches, originally referred to a superior abbot whom a bishop appointed to supervise several… …   Wikipedia

  • The arts — This article is about Arts as a group of disciplines. For the philosophical concept of art, see Art. For other uses, see Art (disambiguation). Lincoln Center for the Performing Arts The arts are a vast subdivision of culture, composed of many… …   Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»